λακέρδα


λακέρδα
η (Μ λακέρτα)
κοινή ονομασία τών ψαριών παλαμίδα και τόννος, ιδίως όταν διατηρούνται σε άλμη ή καπνιστά. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. lacerta].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λακέρδα — η (λ. λατ.), το ψάρι παλαμίδα διατηρημένο σε αλάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • лакерда — рыба Rhinuus vulgaris, пеламида , черноморск. (Даль). Через нов. греч. λακέρδα – то же, из лат. lасеrtа вид макрели ; см. Фасмер, Гр. сл. эт. 112; Г. Майер, Ngr. Stud. 3, 37; Türk. Stud. 23; Крумбахер, Fischbuch 374 …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • αλίπαστα — Τα προϊόντα που έχουν παστωθεί και μπορούν να διατηρηθούν σε καλή κατάσταση για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνήθως, με τη λέξη α. εννοούμε τα διατηρημένα κρέατα και ψάρια. Α. όμως μπορεί να είναι και άλλα προϊόντα (δέρματα ζώων, βούτυρο,… …   Dictionary of Greek

  • lacherdă — LACHÉRDĂ, lacherde, s.f. Pălămidă (cu greutatea de peste două kilograme) care, după sărare şi afumare, este conservată în ulei. – Din ngr. lakérda. Trimis de LauraGellner, 16.05.2004. Sursa: DEX 98  lachérdă s. f., g. d. art. lachérdei; pl.… …   Dicționar Român

  • αλμυρίζω — και αρμυρίζω ισα, ίστηκα, ισμένος 1. μτβ., κάνω κάτι αλμυρό βάζοντας αλάτι: Το αλμύρισες πολύ το φαγητό. 2. αμτβ., είμαι ή γίνομαι αλμυρός: Έτσι που αλμύρισε το χοιρινό δεν τρώγεται. 3. τρώω αλμυρά: Θέλησε ν αρμυρίσει κι έφαγε λίγο λακέρδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.